ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Γιώργος Γιαννιού: Με τ’ άρβυλα δεμένα για ενάμιση μήνα στα χώματα της Κύπρου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Γιώργος Γιαννιού

Συνέ­ντευξη:

Καλη­μέρα, κύριε Γιώργο!

Γ.Γ.Καλη­μέρα σας!

Π.Δ.Είμαι ο Παντε­λής Δια­μα­ντής, ερευ­νη­τής στο Istorima. Σήμερα είναι 6 Ιανουα­ρίου του 2023, βρι­σκό­μα­στε στ’ Αφάντου και θα θέλαμε να μας πείτε την ιστορία σας.

Γ.Γ.Καλη­μέρα! Είμαι ο Γιώργος Γιαν­νιού. Ο πατέρας μου ήταν ο Αντώνης Γιαν­νιού του Ιωάννου και η μητέρα μου ήταν η Βαλασία, το γένος Κων­στα­ντί­νου Αβάντη. Γεν­νή­θηκα στις 14/2 του 1952. Είμαι παιδί πολυ­με­λούς οικο­γέ­νειας. Είμαστε έξι αδέλφια, τρία κορί­τσια και τρία αγόρια. Εγώ είμαι δίδυμος, ο Γιώργος και ο αδελφός μου ο Γιάννης. Υπήρχε και ο μεγα­λύ­τε­ρος, ο Παντε­λής. Τα χρόνια τα δικά μας ήταν πολύ φτωχά. Οι γονείς μας ήτανε όλη μέρα απα­σχο­λη­μέ­νοι με τα χωράφια και εμείς ζούσαμε σ’ ένα σπίτι, όχι άνετο, αλλά εν πάση περι­πτώ­σει υπήρχε το σπίτι. Είχε για πόρτα πλάκες από ξύλα που ήταν η μια δίπλα στην άλλη και μεταξύ τους υπήρχε αρκετό κενό από το οποίο περ­νούσε ο αέρας και το σπίτι δεν ήτανε πάντα όπως έπρεπε, δροσερό ή ζεστό ανάλογα με τις συν­θή­κες. Τα σπίτια τα δικά μας ήτανε μονό­σπιτα, όπως τα λέγαμε, ή καμα­ρικά. Είχανε χώρισμα μέσα με πλίν­θους. Τα χωρί­σματα αυτά τα λέγανε «λινούς». Λινούς απ’ ό,τι ξέρω είναι χώρος απο­θή­κης ή πατάρι. Θυμάμαι κάπου το διάβασα και σε κείμενο του Ομήρου, τη λέξη λινούς. Τα σπίτια στο χωριό ήτανε σχεδόν όλα τα ίδια, γιατί όλοι οι κάτοι­κοι του χωριού ήτανε στο ίδιο οικο­νο­μικό επίπεδο.Πήγα σχολείο στο δεύτερο δημο­τικό σχολείο Αφάντου, δίπλα στο πρώτο, το οποίο εκείνα τα χρόνια εμείς το λέγαμε «κάτω» και το δικό μας το δεύτερο το λέγαμε «πάνω». Είναι στην πλατεία του χωριού δίπλα από την εκκλη­σία και δίπλα από την εκκλη­σία του Αγίου Γεωρ­γίου. Δάσκα­λοί μου στην πρώτη τάξη ήτανε ο κύριος Κωβιός Στέ­φα­νος. Στη δευτέρα η κυρία Φωτεινή. Στην τρίτη η κυρία Σία, σύζυγος του κυρίου Κωβιού, και απ’ την τρίτη, τετάρτη και πέμπτη ήμουνα μαθητής με δάσκαλο τον κύριο Απο­στο­λάκη Εμμα­νουήλ απ’ την Κρήτη. Σαν παιδιά του δημο­τι­κού σχο­λείου παίζαμε εκεί στις αυλές διάφορα παι­χνί­δια. Παίζαμε με τους βόλους τους λεγό­με­νους, μπίλιες όπως τις ξέραμε εμείς εδώ στο χωριό. Με τις σβούρες οι οποίες τις περισ­σό­τε­ρες φορές ήτανε φτια­χτές από άλλα παιδιά, γιατί δεν υπήρχε δυνα­τό­τητα να αγο­ρά­σουμε γρήγορα από το εμπόριο. Παίζαμε τη γαϊ­δούρα τη λεγό­μενη, κυνη­γητό. Αυτά ήταν τα παι­χνί­δια και κάπου – κάπου τα αγόρια παίζαμε και με κάτι μικρές μπάλες, το λεγό­μενο ποδό­σφαιρο. Στις γυμνα­στι­κές επι­δεί­ξεις, οι οποίες καταρ­γή­θη­καν γύρω στο 1970, όλα τα παιδιά συμ­με­τεί­χαν και παρεί­χαν ένα πολύ ωραίο θέαμα για τον κόσμο που παρα­κο­λου­θούσε. Θυμάμαι στην έκτη τάξη δημο­τι­κού ο κύριος Απο­στο­λά­κης ανάλαβε να μας ετοι­μά­σει για τις επι­δεί­ξεις, τελειώ­νο­ντας, για το τελεί­ωμα της σχο­λι­κής χρονιάς. Μας έκανε μαθή­ματα για να παί­ξουμε χάντ­μπολ.

Εμείς, λοιπόν, του δευ­τέ­ρου σχο­λείου έναν μήνα στις πρόβες συνέ­χεια κερ­δί­ζαμε τα παιδιά του άλλου σχο­λείου, του πρώτου. Την ημέρα των επι­δεί­ξεων, όμως, τα πράγ­ματα δεν ήρθανε έτσι. Την ημέρα των επι­δεί­ξεων τα παιδιά του πρώτου δημο­τι­κού σχο­λείου μάς κέρ­δι­σαν. Και το λέω αυτό, γιατί είμαι ένας άνθρω­πος που πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα το στά­νταρντ που λένε. Μπορεί ν’ ανα­τρα­πεί και κανείς να μην ξέρει τους λόγους.

Τελειώ­νο­ντας το δημο­τικό σχολείο πήγα στο Βενε­τό­κλειο γυμνά­σιο μέχρι και το πρώτο τρίμηνο της τετάρ­της. Τότε ήτανε, όλο το σχολείο το λέγαμε γυμνά­σιο, από πρώτη μέχρι και την τελευ­ταία. Μετά το πρώτο τρίμηνο πήγα στο διπλανό χωριό, στον Αρχάγ­γελο, κι εκεί τελεί­ωσα το γυμνά­σιο.

Κατά­ταξη στον στρατό και απόβαση στην Κύπρο

Τελειώ­νο­ντας το γυμνά­σιο το 1970, τον επόμενο χρόνο, το 1971, συμ­με­τείχα σ’ έναν δια­γω­νι­σμό για πρό­σληψη προ­σω­πι­κού στον ΟΤΕ. Και αφού πέτυχα στις εξε­τά­σεις, πήγα σε μία σχολή στην περιοχή Καλ­λι­θέας, κανο­νική χρονιά από τις 15 Δεκεμ­βρίου 1971 μέχρι 31 Ιουλίου το 2072 [1972].

Γύρισα στη Ρόδο, υπη­ρέ­τησα στον ΟΤΕ γύρω στους δύο μήνες και μετά έφυγα για στρα­τιώ­της. Όταν παρου­σιά­στηκα στον στρατό, έγινε μία επιλογή και επι­λέ­χτηκα για τις δυνά­μεις κατα­δρο­μών, τις ειδικές δυνά­μεις όπως λένε. Πήγα στο στρα­τό­πεδο του Χαϊ­δα­ρίου για εκπαί­δευση σε ειδι­κό­τητα χει­ρι­στή πίνακος, τηλε­φω­νη­τής δηλαδή. Όταν, όμως, τελεί­ωσα την εκπαί­δευση, πήγα στη μοίρα μου.Η μοίρα μου ήταν η Α’ μοίρα κατα­δρο­μών στο Μάλεμε Χανίων. Όταν παρου­σιά­στηκα, στο τμήμα που ήτανε οι τηλε­φω­νη­τές, υπήρχαν παλιοί στρα­τιώ­τες, οι οποίοι είχαν όμως αρκετό υπό­λοιπο θητείας και έτσι εγώ, αντί να κάνω ειδι­κό­τητα, πήγα σε λόχο. Λόχος σημαί­νει μάχιμος. Από τις πρώτες μέρες του 1973 φτάσαμε λίγες μέρες πριν από την ημέρα που θα έμπαινα στο τρίμηνο το τελευ­ταίο, σειρά απο­λύ­σεως. Δηλαδή 23 Ιουλίου θα άρχιζε για μένα η περί­ο­δος απο­λύ­σεως. Όμως στις 20 Ιουλίου του 1974, ημέρα εορτής του προφήτη Ηλία, έγινε η εισβολή στην Κύπρο, αφού είχαν προη­γη­θεί μία βδομάδα νωρί­τερα, στις 15 Ιουλίου, τα γεγο­νότα με την ανα­τροπή του προ­έ­δρου Μακα­ρίου στην Κύπρο. Την επομένη του προφήτη Ηλία, δηλαδή στις 21, ημέρα Κυριακή, η μονάδα μου παίρνει εντολή από το αρχη­γείο στρατού, συγκε­κρι­μένα διοι­κη­τής εκείνη την εποχή ήταν κάποιος ταξί­αρ­χος Γιάν­να­κας. Πήραμε εντολή να πετά­ξουμε για την Κύπρο και να βοη­θή­σουμε στην κατά­σταση εκείνη την άσχημη. Πράγ­ματι, το βράδυ της Κυρια­κής, αφού είχαμε τακτο­ποι­ή­σει αυτά που έπρεπε, οπλισμό και τα λοιπά, επι­βι­βα­στή­καμε στα αερο­πλάνα στο αερο­δρό­μιο της Σούδας. Τα αερο­πλάνα ήτανε για την εποχή παλιά, κου­ρα­σμένα και ακα­τάλ­ληλα για αυτές τις επι­χει­ρή­σεις. Όμως, επειδή δεν υπήρχε κάτι άλλο, με αυτά τα αερο­πλάνα ταξι­δέ­ψαμε για να φτά­σουμε στην Κύπρο.

Το ταξίδι αυτό για μας που το ζήσαμε ήταν ένα αιώνιο ταξίδι. Κράτησε τρει­σή­μισι ώρες και μερικά αερο­πλάνα κάναν και μερικά λεπτά παρα­πάνω, δηλαδή περίπου τέσ­σε­ρις ώρες. Όταν φτάσαμε στο αερο­δρό­μιο της Λευ­κω­σίας ξημε­ρώ­ματα, το αίσθημα ότι κάτι κακό έχει γίνει το νιώθαμε απ’ την πρώτη στιγμή. Μυρί­ζαμε παντού καμένα, φωτιές βλέπαμε, πυρο­βο­λι­σμούς ακού­γαμε. Εκείνη τη στιγμή, φτά­νο­ντας τα αερο­πλάνα για προ­σγεί­ωση, θυμάμαι χαρα­κτη­ρι­στικά που ο πιλότος μάς λέει: «Ετοι­μα­στείτε, γιατί με την προ­σγεί­ωση και μέχρι να τελειώ­σει ο διά­δρο­μος δεν έχετε περι­θώ­ριο. Πρέπει να απο­βι­βα­στείτε, γιατί εμείς γυρνάμε, σηκω­νό­μα­στε και φεύ­γουμε». Αυτό ήταν ένα εγχεί­ρημα πολύ δύσκολο, γιατί είχαμε φορτίο στις πλάτες, είχαμε οπλισμό και λοιπά. Εν πάση περι­πτώ­σει, τα κατα­φέ­ραμε μια χαρά. Ευτυχώς δεν τραυ­μα­τί­στηκε κανένας από την ε[00:10:00]νέργεια αυτή, δηλαδή να απο­βι­βα­στούμε από το αερο­πλάνο, το οποίο, έστω και με μικρή ταχύ­τητα, ήταν εν κινήσει. Από ‘κείνη τη στιγμή, αφού λάβαμε τις θέσεις που έπρεπε να λάβουμε με τις εντολές των αξιω­μα­τι­κών μας, ήρθανε κάποια λεω­φο­ρεία και μας πήρανε στην ιερα­τική σχολή.

Οι ενέρ­γειες της Α’ μοίρας στην Κύπρο και απόλυση από τον στρατό

Εκεί, κάτω από τα ξινό­δε­ντρα που υπήρχαν στην αυλή, περά­σαμε την πρώτη νύχτα. Αμέσως οι εντολές που είχαμε από τον διοι­κητή και τους αξιω­μα­τι­κούς μας ήτανε το πώς θα προ­φυ­λα­χθούμε. Την επόμενη μέρα ο διοι­κη­τής πήρε κάποιες εντολές από το Γ.Ε.Ε.Φ., το αρχη­γείο δηλαδή της Κύπρου, και εν συνε­χεία στις 23 του μήνα ο αρχηγός εκεί του Γ.Ε.Ε.Φ., ταξί­αρ­χος ονόματι Καρα­γιάν­νης Ευθύ­μιος, έδωσε εντολή, διέταξε δηλαδή τη μονάδα να βοη­θή­σει στη μάχη του αερο­δρο­μίου, 23 του μήνα. Εκεί, αφού συμ­με­τείχε η μοίρα σε μία μάχη που κράτησε σχεδόν δύο ώρες και κάτι, τα κατά­φερε μια χαρά, δεν άφησε τους Τούρ­κους να πάρουν το αερο­δρό­μιο, γιατί αυτό θα είχε άσχημη κατά­ληξη. Αν οι Τούρκοι έπαιρ­ναν το αερο­δρό­μιο, όλα γι’ αυτούς θα ήταν εύκολα. Εκεί ο διοι­κη­τής δεχόταν πιέσεις άνωθεν.

Οι πιέσεις ήτανε ότι: «Σας δια­τά­ζουμε, σας δίνουμε εντολή να φύγετε απ’ το αερο­δρό­μιο». Όμως, αυτό που ήθελαν οι παρα­πάνω δεν έγινε, γιατί ο διοι­κη­τής μας ήταν ένας άνθρω­πος πανέ­ξυ­πνος, ένας άνθρω­πος που γνώριζε τη στρα­τιω­τική τέχνη, τον πόλεμο. Γνώριζε το πώς θα συμπε­ρι­φερ­θεί. Είχε ένα μυαλό και μια διο­ρα­τι­κό­τητα που έβλεπε μακριά στο μέλλον. Άρχισε να αμφι­βάλ­λει για τα λεγό­μενα των ανω­τέ­ρων, γιατί αυτό έκρινε. Έκρινε ότι δεν είναι τα πράγ­ματα και τόσο ωραία, όπως θέλουν να τα παρου­σιά­ζουν, γιατί, πριν ακόμα πετά­ξουμε, οι ανώ­τε­ροι τού έδιναν την εντύ­πωση ότι: «Πηγαί­νετε. Θα λάβετε μέρος σε κάποια γεγο­νότα, αλλά τα γεγο­νότα θα είναι σύντομα και η κατά­σταση θα ομα­λο­ποι­η­θεί και όλα καλά». Αυτά όμως ο άνθρω­πος τα δούλευε στο μυαλό του και, όταν έφτασε η ώρα, στις εντολές αυτές αρνή­θηκε. Οι πιέσεις ήτανε μεγάλες και κατ’ εξα­κο­λού­θηση. Αφού πέρασε αρκετή ώρα, κάλεσε τους εκπρο­σώ­πους του Ο.Η.Ε. λέγο­ντας ότι: «Εγώ το αερο­δρό­μιο δεν φεύγω να το αφήσω στα χέρια οποιου­δή­ποτε και αυτό να κατα­λή­ξει στους Τούρ­κους, θα ‘ρθείτε εσείς-», γιατί οι ΟΗΕδες υπο­τί­θε­ται ότι προ­στα­τεύαν εκεί τις κατα­στά­σεις. Ήτανε οι προ­στά­τες του νησιού. «Θα ‘ρθείτε εσείς, θα παρα­λά­βετε το αερο­δρό­μιο και μετά, αν εσείς έχετε στον νου σας να το δώσετε στους Τούρ­κους, την ευθύνη θα την έχετε εσείς». Μάλιστα τους κατο­νό­μασε, τους είπε και μια κου­βέ­ντα ότι: «Εάν είσαστε άτιμοι, κάντε ό,τι κατα­λα­βαί­νετε. Εμείς θα σας παρα­δώ­σουμε το αερο­δρό­μιο σ’ εσάς». Πράγ­ματι ήρθαν οι ΟΗΕδες, έγινε η συμ­φω­νία κι εμείς απο­χω­ρή­σαμε.

Την επόμενη μέρα πήγαμε δίπλα στον ραδιο­φω­νικό σταθμό, στο ΡΙΚ. Υπήρχε ένα στρα­τό­πεδο, να το πω έτσι, στο οποίο ήτανε η φρουρά το Μακα­ρίου, το λεγό­μενο εφε­δρικό. Όταν φτάσαμε εκεί, αντι­κρύ­σαμε μία κατά­σταση που δεν έχουμε δει ούτε σε κινη­μα­το­γρα­φι­κές ταινίες. Ήτανε τα τολ όλα… Πόρτες, παρά­θυρα, τοίχοι, βαμμένα με αίματα. Τα στρώ­ματα όλα τρύπια με ξιφο­λόγ­χες, με σφαίρες, όλα ποτι­σμένα με αίμα. Σωρός από σπα­σμένα γυαλιά και σκου­πί­δια. Φρίκη, φρίκη και πάλι φρίκη. Ένα θέαμα απο­κρου­στικό. Εκεί, αφού βρήκαμε κάποιες νάιλον σακού­λες, να πω ενδύ­ματα για τα στρώ­ματα, κοι­μη­θή­καμε, περά­σαμε τον καιρό μας εκεί για γύρω στις δέκα με δώδεκα μέρες. Η κατά­σταση ήτανε πολύ δύσκολη. Στην αρχή εμείς οι στρα­τιώ­τες κάναμε σκοπιά δύο-δύο άτομα, παρέα δηλαδή, δεν πήγαινε κανένας μόνος στην σκοπιά, έπρεπε να είμαστε του­λά­χι­στον δύο άτομα. Οι και­ρι­κές συν­θή­κες ήτανε πάρα πολύ κου­ρα­στι­κές, γιατί ξεπερ­νού­σαν τους 40 βαθμούς θερ­μο­κρα­σία. Εμείς είχαμε, ήμασταν υπο­χρε­ω­μέ­νοι να είμαστε ενδε­δυ­μέ­νοι με τη στολή που είχαμε.Δεν μπο­ρού­σαμε ούτε πόδια να πλύ­νουμε, γιατί τ’ άρβυλα τα είχαμε δεμένα στα πόδια μας, όσοι θέλουν το πιστεύ­ουν, είχαμε τ’ αρβύλα δεμένα στα πόδια μας ένα, ενάμιση μήνα. Δεν είχαμε δηλαδή την ευχέ­ρεια ούτε τα αρβύλα να βγά­λουμε, να ξεκου­ρα­στούμε. Κάποια στιγμή είχε μια βρυ­σούλα εκεί, πηγαί­ναμε, παίρ­ναμε λίγο νερό, κάναμε τα χέρια μας, το πρόσωπό μας και αυτό ήτανε. Εκεί μας έδωσαν μία καρα­βάνα, ένα κουτάλι, ένα πιρούνι κι ένα σαπούνι για στοι­χειώδη καθα­ρι­σμό. Φύγαμε δηλαδή από τη μονάδα τόσο βια­στικά που δεν πήραμε ούτε τα απα­ραί­τητα. Εν πάση περι­πτώ­σει, εκεί μείναμε, όπως είπαμε, γύρω στις δέκα με δώδεκα μέρες. Φύγαμε από το εφε­δρικό και πήγαμε περίπου δεκα­ο­κτώ με είκοσι χιλιό­με­τρα έξω από τη Λευ­κω­σία στην περιοχή της Αγίας Βαρ­βά­ρας, στο Σταυ­ρο­βούνι, σ’ ένα παλιό στρα­τό­πεδο, το οποίο ήτανε ερει­πω­μένο. Εκεί μας έδωσαν έναν σάκο, όπως ήταν αυτοί περίπου του ταχυ­δρο­μείου, μεγά­λους, μία βελόνα χοντρή κι ένα κομμάτι σπάγκο. Μ’ αυτά έπρεπε να φτιά­ξουμε τα στρώ­ματα που θα κοι­μη­θούμε. Ευτυχώς κάτω απ’ το στρα­τό­πεδο είχε ένα μεγάλο κτήμα, το οποίο είχε άχυρα, γιατί είχε τελειώ­σει η περί­ο­δος του θέρους. Πήραμε άχυρα και κάναμε τα στρώ­ματά μας. Εγώ έτυχε να είμαι στη δια­χεί­ριση.

Επερ­χο­μέ­νου του χειμώνα, το φθι­νό­πωρο δηλαδή, με κάποιον κύριο ονόματι Λάμπρο, αρχι­λο­χίας, πήγαμε σε κάποια στρα­τό­πεδα και στη Λευ­κω­σία και στη Λεμεσό. Εκεί πήγαμε για να ζητή­σουμε κάποια ρούχα για τον χειμώνα ή μπουφάν ή, τέλος πάντων, ό,τι είχανε και κάποιες σκηνές. Η μονάδα που πήγαμε στη Λευ­κω­σία ήτανε μια μικρή μονάδα και μας λέει εκεί ο υπεύ­θυ­νος: «Λυπού­μεθα, αλλά δεν μπο­ρούμε να σας εξυ­πη­ρε­τή­σουμε. Δεν δια­θέ­τουμε αυτά που ζητάτε. Θα πάτε στη μεραρ­χία που είναι στη Λεμεσό». Πήγαμε στη Λεμεσό, ζητή­σαμε αυτά που ζητή­σαμε. Μας λένε: «Δυστυ­χώς, αυτό που έχουμε για να σας δώσουμε είναι χλαίνη». Χλαίνη ήτανε αυτό που είχαν οι στρα­τιώ­τες του 1910, με τις χοντρές τρίχες, καφέ. Λέει ο κύριος Λάμπρος: «Ευχα­ρι­στούμε πολύ, αλλά δεν μπο­ρούμε να τα πάρουμε αυτά τα πράγ­ματα είναι… Καταρ­χήν, δεν μπορεί να τα φορέσει στρα­τιώ­της, δεν εξυ­πη­ρε­τούν στην κατά­σταση». Και φύγαμε χωρίς να πάρουμε τίποτα, γιατί δεν είχαν ούτε σκηνές να μας δώσουν. Εν πάση περι­πτώ­σει, αφού τελεί­ω­σαν τα πράγ­ματα, γυρί­σαμε όσοι ήτανε σειρά απο­λύ­σεως. Εγώ δηλαδή απο­λύ­θηκα μαζί με την προη­γού­μενη σειρά μου, γιατί η προη­γού­μενη σειρά, η 103 ΕΣΣΟ, όπως λέγαμε εμείς, απο­λυό­τανε στις 23 και τα γεγο­νότα γίνανε δυο μέρες μπροστά, δυο-τρεις μέρες. Απο­λυ­θή­καμε δύο σειρές, η 103, η προη­γού­μενη από μένα, κι εγώ, η 104, απο­λυ­θή­καμε 23 Φεβρουα­ρίου. Γυρί­σαμε πίσω, πήραμε τ’ απο­λυ­τή­ριά μας και ο καθένας πήρε τον δρόμο του.

Προτού να πούμε για τα επόμενα βήματά μας, πρέπει να μνη­μο­νεύ­σουμε τον διοικητ[00:20:00]ή μας για έναν λόγο. Ο διοι­κη­τής μας έκανε προ­τά­σεις για τα αρχη­γεία του στρατού, διά­φο­ρες υπη­ρε­σίες, λέγο­ντας ότι για τη συμ­με­τοχή της μοίρας κάποτε πρέπει οι συμ­με­τέ­χο­ντες να τιμη­θούν κι έλεγε: «Προ­τείνω αυτό, προ­τείνω εκείνο, προ­τείνω το άλλο». Απ’ όλη αυτή την ιστορία μάς έμεινε η αγάπη μεταξύ μας. Οι αξιω­μα­τι­κοί μάς αγά­πη­σαν σαν παιδιά τους κι εμείς τους αγα­πή­σαμε σαν μεγα­λύ­τερα αδέρφια ή και σαν γονείς μας. Αυτό που περι­κλεί­ε­ται σε μια φράση είναι ότι και ο διοι­κη­τής μας, αλλά και οι αξιω­μα­τι­κοί έλεγαν μία φράση στε­ρε­ό­τυπη: «Όταν ξεκι­νή­σαμε, μηδενός εξαι­ρου­μέ­νου άπαντες συμ­με­τεί­χαν με…», να το πω χαρά; Χαρά δεν ται­ριά­ζει, αλλά θα το πω έτσι. «Με χαρά και με ευθυμία συμ­με­τεί­χαν σ’ αυτό που έγινε!», δηλαδή στη μετά­βασή μας στην Κύπρο.

Υπάλ­λη­λος στον ΟΤΕ

Όταν γύρισα από την Κύπρο, ανέβηκα στην Αθήνα, γιατί έτσι ήθελε η υπη­ρε­σία του Ο.Τ.Ε. τότε. Οι στρα­τεύ­σι­μοι να παρου­σιά­ζο­νται στα γραφεία, στην οδό Βεραν­ζέ­ρου στην Αθήνα, να υπη­ρε­τούν για περίπου έναν μήνα και η υπη­ρε­σία μετά θα απο­φά­σιζε σε ποιο γραφείο θα υπη­ρε­τούσε ο καθένας. Εγώ, όπως έδει­χναν τα πράγ­ματα τότε, τοπο­θε­τή­θηκα στη Ρόδο, γιατί οι συνά­δελ­φοι τότε οι περισ­σό­τε­ροι έβλεπαν τη Ρόδο σαν κάτι δύσκολο, μακρινό απ’ τα σπίτια τους και το οικο­νο­μικό στη μέση και οι μόνοι σίγου­ροι ότι θα υπη­ρε­τού­σανε στα σπίτια τους ήμασταν εμείς των παρα­με­θο­ρίων περιο­χών. Υπη­ρέ­τησα στην πόλη της Ρόδου, στα κεντρικά που λέμε, περίπου έναν χρόνο. Την 1η Μαρτίου του 1976 ο προϊ­στά­με­νός μου μού λέει ότι: «Θα πάρεις μετά­θεση και θα πας στο διπλανό χωριό, στον Αρχάγ­γελο, τριάντα χιλιό­με­τρα από τη Ρόδο, γιατί εκεί θα ανοί­ξουμε και­νούρ­γιο γραφείο, θα κάνουμε και­νούρ­για υπη­ρε­σία εκεί και θα πας σαν προϊ­στά­με­νος στο γραφείο. Θα έχεις και κάποιον βοηθό που αυτή τη στιγμή δου­λεύει στο ταχυ­δρο­μείο Αρχαγ­γέ­λου».Εγώ στην αρχή είχα κάποιες αντιρ­ρή­σεις, γιατί ήμουνα νέος υπάλ­λη­λος και εν πάση περι­πτώ­σει είχα κάποιες αμφι­βο­λίες, κάποιους ενδοια­σμούς. Λέω: «Νέος υπάλ­λη­λος, γιατί μου ανα­θέ­τουν, ας πούμε, ένα δύσκολο έργο;». Ο προϊ­στά­με­νος, όμως, επέμενε και λέει: «Πήγαινε και θα τα κατα­φέ­ρεις μια χαρά. Πήγαινε για έναν χρόνο και μετά, άμα θέλεις, θα πάρεις μετά­θεση και θα γυρί­σεις πίσω». Πήγα 1η Μαρτίου του 1976 και αντί για έναν χρόνο έκλεισα εννέα. Γύρισα το 1985 στη Ρόδο. Από ‘κεί και πέρα ο κάθε παρι­στά­με­νος με ήθελε για το δικό του γραφείο. Αυτό δεν είναι κάτι το εγω­ι­στικό, είναι πραγ­μα­τι­κό­τητα. Μέχρι και να απολυθώ, δηλαδή είναι να τελειώσω την υπη­ρε­σία μου στα τριάντα πέντε χρόνια, είχα αυτό το μικρο­θέμα να το πω έτσι, κάθε προϊ­στά­με­νος με ήθελε για τη δικιά του υπη­ρε­σία κι έτσι έναν χρόνο, ενάμισι ή και λιγό­τερο πολλές φορές, μου άλλαζαν υπη­ρε­σία. Εν πάση περι­πτώ­σει αυτό και σ’ εμένα ωφέλησε και στην υπη­ρε­σία.

Γεγο­νότα στην υπη­ρε­σία… Στην υπη­ρε­σία πολλά, δύσκο­λες κατα­στά­σεις, γιατί αντι­με­τώ­πισα τους λεγό­με­νους συν­δρο­μη­τές ή πελάτες, όπως ονο­μα­στή­καν αργό­τερα. Αρκετοί απ’ αυτούς ήταν προ­κα­τει­λημ­μέ­νοι με την υπη­ρε­σία, τα χρόνια ήτανε δύσκολα, όλοι ήθελαν τηλέ­φωνο, η υπη­ρε­σία δεν μπο­ρούσε να τους χορη­γή­σει, όλοι ήθελαν να εξυ­πη­ρε­τη­θούν από κυκλώ­ματα, υπη­ρε­σίες και τέτοια, αλλά η υπη­ρε­σία σύμφωνα με τις δυνά­μεις της εξυ­πη­ρε­τούσε έναν αριθμό από τις αιτή­σεις που υπήρχαν κάθε στιγμή. Το ευχά­ρι­στο από όλη την υπόθεση είναι ότι στο τέλος αυτοί οι άνθρω­ποι που είχανε κάποιο ενδοια­σμό και κάποια προ­κα­τά­ληψη, αφού συζη­τού­σαμε δέκα-δεκαπέντε λεπτά, έλεγαν όλοι την ίδια σχεδόν στε­ρε­ό­τυπη πρόταση: «Σας ευχα­ρι­στούμε πάρα πολύ για τη διάθεση του χρόνου σας. Μας δώσατε να κατα­λά­βουμε τι είναι αυτό που για εμάς αυτή τη στιγμή είναι πρό­βλημα. Κατα­νο­ούμε και τις αδυ­να­μίες της υπη­ρε­σίας και υχα­ρι­στούμε πάρα πολύ για την κατα­νό­ηση και το ότι κι εμείς κατα­λά­βαμε ποιο είναι το σωστό και για εμάς και για την υπη­ρε­σία». Φεύ­γο­ντας αυτό που μου ‘μεινε είναι ο καλός ο λόγος που ακούω πολλές φορές στον δρόμο από ανθρώ­πους που έτυχε να συζη­τή­σουν μαζί μου, να συνερ­γα­στούν μαζί μου, να περά­σουν από τα γραφεία που υπη­ρε­τούσα και να μου λένε: «Ευχα­ρι­στώ πάρα πολύ, γιατί κάποτε με βοή­θη­σες για το θέμα που είχα. Ευχα­ρι­στώ πάρα πολύ, γιατί χάρη στη βοήθεια τη δικιά σου ακόμα απέφυγα και οικο­νο­μική κατα­στροφή». Εγώ απλά έκανα τη δουλειά μου, γιατί απλά έτσι αισθα­νό­μουν. Ήθελα να προ­στα­τεύσω την υπη­ρε­σία, αλλά δεν ήθελα ποτέ να αδικήσω τον πελάτη. Αυτό είναι ένα από τα-, από τις στιγμές τις ωραίες που μου ‘μεινε από το θέμα της δου­λειάς μου.

Ο γάμος στ’ Αφάντου. Γαμήλια έθιμα και προίκα. Μετα­νά­στευση

Το 1978 τον Γενάρη γίνεται ο γάμος μου. Τότε στους γάμους εδώ, στα χωριά μας, είχαμε το έθιμο η πλευρά της νύφης να φτιά­χνει, ας πούμε, δώρο στο μέρος του γαμπρού τις λεγό­με­νες τηγα­νί­τες όπως τις λέμε εμείς στ’ Αφάντου ή στο διπλανό χωριό τα λένε ξερο­τή­γανα και τέτοια. Κι έμπαινε στη δια­δι­κα­σία το σόι της νύφης να φτιά­χνει αυτές τις τηγα­νί­τες ακόμα και για δυο-τρεις ημέρες, διότι ήτανε το σόι μεγάλο και στον αδερφό και στον θείο και στον ξάδερφο και στον συγγενή, σ’ όλους πηγαί­νανε δώρα αυτές τις τηγα­νί­τες. Μετά τη στέψη, το μυστή­ριο δηλαδή, φεύ­γο­ντας από την εκκλη­σία στη­νό­ταν ένα τραπέζι και εκεί συμ­με­τεί­χαν όλοι οι καλε­σμέ­νοι και από το μέρος του γαμπρού και απ’ το μέρος της νύφης. Ήτανε ωραίες στιγμές, γιατί εκεί οι συγ­γε­νείς και οι φίλοι συμ­με­τεί­χανε και το γλέντι τελεί­ωνε ήσυχα και ωραία. Αυτά για τα καλά χρόνια, γιατί στα παιδικά μας δεν ήτανε ακριβώς έτσι.Στα παιδικά μας χρόνια γινό­τανε οι γάμοι ωραίοι, αλλά πιο φτωχοί, να το πούμε έτσι, χωρίς να εννο­ούμε τίποτα το περι­φρο­νη­τικό, αλλά ο κόσμος δεν είχε, ας πούμε, την ευχέ­ρεια που είχαμε εμείς μετά το 1970. Λέω το 1970, γιατί τότε στο χωριό αλλάξαν όλα προς το καλύ­τερο. Υπήρχε τότε αυτός ο ξενι­τε­μός, η ξενιτιά, η μετα­νά­στευση που σχεδόν το 70% των χωρια­νών, για να μην πω παρα­πάνω, είχε μετα­να­στεύ­σει κατά το πλεί­στον στη Γερ­μα­νία. Υπήρχαν κι άλλοι που πήγανε, ας πούμε, στο Βέλγιο, πήγανε στον Καναδά και κάποιοι λίγοι πήγανε στην Αυστρα­λία, όπως ήτανε τα πρώτα μου ξαδέρ­φια της οικο­γέ­νειας Διάκου. Πήγανε στην Αυστρα­λία. Τότε άρχισε το χωριό να παίρνει άλλη μορφή, γιατί τα λεφτά που έφταναν από τους μετα­νά­στες βοή­θη­σαν τις οικο­γέ­νειες να φτιά­ξουνε σπίτια. Σπίτια τα οποία δυστυ­χώς έπρεπε κατά κάποιον τρόπο υπο­χρε­ω­τικά να γίνουν, γιατί εκείνες τις εποχές υπήρχε το έθιμο το οποίο υπάρχει, ας πούμε, και σήμερα ακόμα, αλλά ξεθω­ρια­σμένο. Δεν είναι κάτι, ας πούμε, το υπο­χρε­ω­τικό. Τότε είχε υπο­χρέ­ωση η οικο­γέ­νεια να φτιάξει σπίτι και να δώσει προίκα στο κορίτσι. Ο πατέρας μου, για παρά­δειγμα, με τα τρία κορί­τσια έπρεπε να φτιάξει τρία σπίτια. Ο πατέρας μου πήγε στη Γερ­μα­νία σχεδόν πενήντα χρονών, ηλικία πενήντα χρονών και μάλιστα συνά­ντησε τότε δυσκο­λίες, γιατί ο πρό­ε­δρος, ο προϊ­στά­με­νος του Ο.Α.Ε.Δ., της εποχής εκείνης αντι­δρούσε για το θέμα του ορίου ηλικίας. Δεν ήθελε να υπο­γρά­ψει, γιατί σου λέει: «Είναι μεγάλος άνθρω­πος, πώς θα… Οι κανο­νι­σμοί δεν μ’ αφήνουν να υπο­γράψω». Όμως υπήρχε κάποιος άνθρω­πος τότε[00:30:00], συγκε­κρι­μένα ο νονός μου, συγ­χω­ρε­μέ­νος σήμερα, ο λεγό­με­νος Αρχι­μή­δης Αρα­μπού­δης, ο οποίος ήτανε εργο­στα­σιάρ­χης. Είχε είδη κλω­στο­ϋ­φα­ντουρ­γίας και στην Αθήνα και στη Ρόδο.Αυτός ο άνθρω­πος μεσο­λά­βησε μέσω του υπουρ­γού που είχαμε εμείς τότε στην κυβέρ­νηση Παπαν­δρέου, Ένωση Κέντρου, τον αεί­μνη­στο Γιάννη Ζίγδη. Με τη βοήθεια του υπουρ­γού και δια­μέ­σου του νονού τα κατά­φερε ο πατέρας κι έφθασε μετα­νά­στης στη Γερ­μα­νία. Ο πατέρας γύρισε απ’ τη Γερ­μα­νία όταν πήρε σύνταξη, δηλαδή ήτανε πενήντα, δεκα­ε­πτά χρόνια έκανε στη Γερ­μα­νία, γύρισε το 1977, γιατί το ‘60 πήγε στη Γερ­μα­νία. Θέλω να πω ότι η ζωή άλλαξε γενικά στο χωριό τότε. Το ρεύμα, για παρά­δειγμα, έφθασε το 1966 στο χωριό, αφού έγιναν πρώτα για περίπου μία διετία, ίσως και τριετία, έγιναν οι απα­ραί­τη­τες εργα­σίες, στήσιμο δικτύου, άνοιγαν οι άνθρω­ποι όλη μέρα τους λεγό­με­νους λάκκους, για να στήσουν τους στύλους και μετά να περάσει πάνω, να περα­στούν τα σύρματα, αυτό κράτησε μία τριετία.

Είπατε πριν για τον γάμο σας, ότι κάνατε τηγα­νί­τες και διάφορα άλλα τέτοια.

Γ.Γ.Στην εποχή πια τη δικιά μας, ας πούμε, ότι αυτό ήτανε το βάρος για το μέρος της νύφης. Πιο παλιά, εγώ ήμουνα πολύ μικρός, παιδάκι, για να στηθεί ένα γλέντι στον γάμο, επειδή οι άνθρω­ποι είχαν την φτώχεια τους, συμ­με­τεί­χανε σχεδόν όλοι οι χωρια­νοί και στη­νό­ταν κατά κάποιον τρόπο ένα συνερ­γείο απ’ το μέρος της νύφης, αφού βγαί­νανε στον δρόμο οι άνθρω­ποι με το τρα­γούδι. Τρα­γου­δού­σαν τρα­γού­δια σχετικά με τον γάμο, με το γέλιο, κεφάτοι, και κρα­τώ­ντας ένα κοντάρι, το οποίο λέγαμε κοντα­ρία. Αυτό ήταν ένα ξύλο που κρα­τούσε από τη μία άκρη του σπιτιού μέχρι το άλλο και πάνω σ’ αυτό στή­ρι­ζαν κου­βέρ­τες,παπλώ­ματα και τέτοια. Αυτό το παίρ­νανε δυο άνθρω­ποι στον δρόμο, ο ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω και γυρ­νώ­ντας, αφού λέγανε τρα­γού­δια του γάμου οι χωρια­νοί, ό,τι μπο­ρούσε ο καθένας έδινε στο συνερ­γείο που είχε στηθεί, να το πω έτσι, ό,τι είχε ο καθένας – από πατάτες, κρεμ­μύ­δια, όσπρια μέχρι και κοτό­πουλα. Κοτό­πουλα, τα δένανε τα ποδα­ρά­κια τα που­λε­ρικά και τα περ­νού­σανε στο ξύλο, στην κοντα­ρία. Μ’ αυτό λοιπόν μαζεύ­ανε και φτιά­χνανε τα φαγητά του γάμου. Θυμάμαι ακόμα και στους γάμους τους δικούς μας που είχαμε κάποιες σκάφες ξύλινες. Εγώ συγκε­κρι­μένα είχα έναν ξάδελφο μίας πρώτης μου ξαδέλ­φης που ήτανε από τον Πόρο και αντί να τον φωνά­ζουμε, ξέρω ‘γώ, το όνομά του, Μιχάλη, Μιχάλης Σοφι­κί­δης ήταν το επίθετο, αντί να τον φωνά­ζουμε Μιχάλη, τον φωνά­ζανε Ποριώτη. Ήταν από τον Πόρο. Αυτός ερχό­τανε στους γάμους, ειδικά τους δικούς μας, κι έκανε τον μάγειρα. Τα φαγητά ήταν τόσο νόστιμα που ακόμα και στα χρόνια της ευη­με­ρίας που επα­κο­λού­θησε πολλοί ξένοι, όχι ας πούμε χωρια­νοί, φίλοι όμως με τους ανθρώ­πους του χωριού, ερχό­τανε στους γάμους απο­κλει­στικά και μόνο για το ωραίο φαγητό. Κι έτσι περ­νού­σανε ωραία, δίναν κι αυτοί έτσι τη χαρά και στο αντρό­γυνο, αλλά και στους συμπε­θέ­ρους, ότι κάποιοι φίλοι τιμούν το γεγονός ότι παντρεύω το παιδί. Κάτι ανάλογα γινό­τανε και με τις βαφτί­σεις, με το νέο μυστή­ριο της βάφτι­σης. Στα παλιά τα χρόνια ο παπάς της εκκλη­σίας έπαιρνε, συνό­δευε και το μωρό που βαφτι­ζό­τανε, αλλά και το αντρό­γυνο μέχρι και το σπίτι. Δηλαδή δεν γίνεται αυτό που έχουμε σήμερα, τελεί­ωσε το μυστή­ριο και κατά κάποιον τρόπο γίνεται μία διάλυση, δια­λύ­ο­νται όλοι και ο καθένας παίρνει τον δρόμο του. Έπρεπε συνο­δεία του παπά όλο το εκκλη­σί­α­σμα να φτάσει μέχρι το σπίτι ή του παιδιού που βαφτι­ζό­ταν ή στο σπίτι του γάμου. Ήτανε ωραία έθιμα αυτά, τα οποία να πούμε λόγω και της εποχής έχουνε ξεθω­ριά­σει.

Θυμάστε κάποια απ’ αυτά στους δικούς σας γάμους ή στη βάφτιση των παιδιών σας;

Γ.Γ.Μετά στις δικές μας βαφτί­σεις δεν είχε τίποτα το ιδιαί­τερο, γιατί τα παιδιά φεύ­γο­ντας απ’ την εκκλη­σία… Στη­νό­ταν βέβαια κάποιο τραπέζι, συμ­με­τεί­χαν στις βαφτί­σεις συγ­γε­νείς και φίλοι, αλλά ο χώρος αυτός σιγά-σιγά γινόταν όλο και πιο περιο­ρι­σμέ­νος, δηλαδή στα χρόνια τα δικά μας μπο­ρούσε να φτά­σουμε, ξέρω ‘γώ, στους διακόσιους-τριακόσιους ανθρώ­πους να συμ­με­τέ­χουνε στο τραπέζι. Τώρα είναι απο­κλει­στικά, είναι και οι εποχές δύσκο­λες, αλλά και πριν λίγο από τα χρόνια της κρίσης, ο αριθμός αυτός περιο­ρι­ζό­τανε. Ήτανε, ας πούμε, οι πολύ κοντι­νοί, αδέρφια, συγ­γε­νείς και κάποιοι λίγοι φίλοι, οι κου­μπά­ροι. Κι έτσι ο κύκλος αυτός όσο πήγαινε όλο και μαζευό­ταν, μίκραινε-μίκραινε, που μπο­ρούμε να πούμε ότι τώρα είναι πολύ, πολύ στενός. Είναι γονείς, οι κου­μπά­ροι και λίγοι φίλοι. Εκείνο το νούμερο που είπαμε προη­γου­μέ­νως, τα δια­κό­σια και τρια­κό­σια άτομα, τώρα είναι γύρω στα είκοσι-τριάντα, δηλαδή έχει πέσει στο 10% από τότε.

Π.Δ.Εσείς τη γυναίκα σας την πήρατε με προ­ξε­νιό ή υπήρχε έρωτας εξ αρχής;

Γ.Γ.Εγώ με τη γυναίκα μου δεν μπορώ να πω ότι παντρεύ­τηκα με αυτό το που λέγαν τότε τα παιδιά: «Είμαι τρελά ερω­τευ­μέ­νος, είμαι εγώ και δεν μπορώ να κάνω χωρίς να τη δω, χωρίς να κάνω αυτό, χωρίς να κάνω το άλλο», αλλά ούτε και, ας πούμε, καθαρά προ­ξε­νιό. Απλά μετά τον στρατό λέω ότι είχα και κάποιες έτσι, ας πούμε, μικρο­προ­σεγ­γί­σεις από το μέρος, όχι καθαρά από τη νύφη, δηλαδή την ενδια­φε­ρό­μενη, αλλά από το συγ­γε­νο­λόι. Και έτσι είπα κι εγώ το «ναι» κι έγινε ο γάμος. Παλιά το 90% οι γάμοι γινό­τανε με προ­ξε­νιά, δηλαδή δεν υπήρχε αυτό που ακο­λού­θησε μετά, είδα την κοπέλα, μ’ αρέσει, να πάω να κάνω πρόταση. Δεν γινό­τανε τότε οι σημε­ρι­νές προ­τά­σεις, οι σημε­ρι­νές κινή­σεις που λέει ένα παλι­κάρι: «Μ’ αρέσει αυτό το κορίτσι, θα φτάσω μέχρι το σπίτι, θα πάρω ένα λου­λούδι, ας πούμε, και θα πω ήρθα, θέλω την κόρη σας, εσείς δέχεστε;» κι αν δεχτεί, να προ­χω­ρή­σουνε. Εμείς ήμασταν και κάπως, τότε -να χρη­σι­μο­ποι­ήσω τη λέξη- καθυ­στε­ρη­μέ­νοι, να πούμε. Όχι με την κακή έννοια, αλλά ήμασταν πίσω. Ακόμα και στο σχολείο, θυμάμαι, ένας καθη­γη­τής, συγκε­κρι­μένα λεγό­τανε Γιάννης Βολω­νά­κης, έχει φύγει ο άνθρω­πος απ’ τη ζωή. Αυτός ήταν μαθη­μα­τι­κός. Όταν μας έδινε τα απο­λυ­τή­ρια, ειδικά τα αγόρια, μας έλεγε: «Τώρα που θα πάρετε το απο­λυ­τή­ριο ένας-ένας θα ‘ρχεται μέσα να… Θέλω να σας πω εγώ δύο λόγια τον καθένα χωριστά». Και θυμάμαι, όταν μπήκαμε μέσα, που μας έλεγε: «Τώρα που έχετε τελειώ­σει το σχολείο και είσαστε σε μία ηλικία που έχετε μυαλό, ξέρετε να συμπε­ρι­φερ­θείτε, εγώ σαν δάσκα­λος μία συμ­βουλή θα σας δώσω. Προ­σέ­χετε τα κορί­τσια σαν τα μάτια σας. Να μην βλέπετε μόνο αυτό που σήμερα λέμε σεξουα­λικό κομμάτι. Έχετε χρόνο να το ζήσετε, αφού θα περά­σετε απ’ την εκκλη­σία, θα κάνετε τον γάμο σας, θα γλε­ντή­σετε ό[00:40:00]μορφα και ωραία και θα ‘ρθει κι αυτό στην ώρα του». Δηλαδή ο άνθρω­πος μάς έλεγε χύμα: «Μην κάνετε αυτό που κάνουν τώρα τα παιδιά, τις προ­γα­μιαίες σχέσεις».

Και γι’ αυτό λέμε ότι τα πολλά παιδιά της ηλικίας της δικιάς μας είχανε και λίγο, ας πούμε, συμπά­θεια και λίγο προ­ξε­νιό. Δεν ήτανε καθαρά μ’ άρεσες, σου ‘κανα πρόταση, γιατί κι εμείς τότε μπορεί να ‘μασταν αγόρια, αλλά πολλές φορές εμείς κοκ­κι­νί­ζαμε πιο πολύ απ’ τα κορί­τσια. Συνα­ντιό­μα­σταν, ας πούμε, στον δρόμο και δεν είναι όπως σήμερα που είναι, να πω τη λέξη που δεν μ’ αρέσει, χύμα. Σήμερα είναι χύμα και δεν είναι πολύ ωραίο αυτό το πράγμα. Εν πάση περι­πτώ­σει, οι γενιές προ­χω­ρούν, τα πράγ­ματα αλλά­ζουν, πρέπει τα παιδιά να γνω­ρί­ζο­νται, γιατί έχει κι αυτό το θετικό του. Με αυτόν τον τρόπο γινόταν οι γάμοι στις εποχές μας.

Απώ­λειες στην Κύπρο. Δεύ­τε­ρος Αττίλας. Αξιο­μνη­μό­νευ­τοι αξιω­μα­τι­κοί

Π.Δ.Να ρωτήσω και κάτι από πριν που έχω σημειώ­σει. Εσείς, όσο ήσασταν στην Κύπρο, χάσατε κάποιον συστρα­τιώτη, κάποιον φίλο σας εκεί;

Ναι, ναι, ναι! Αυτό ήταν ένα από τα επι­τεύγ­ματα της μοίρας, από τα κατορ­θώ­ματα, να πω τη λέξη κατορ­θώ­ματα, γιατί η μοίρα αυτή είχε δύο συνα­ντή­σεις με τα εχθρικά στρα­τεύ­ματα. Η μία ήτανε το αερο­δρό­μιο που σας ανέφερα, στις 23 Ιουλίου, στην πρώτη φάση, στον λεγό­μενο πρώτο Αττίλα. Και η άλλη συνά­ντηση με τα τουρ­κικά στρα­τεύ­ματα ήτανε στις 16 με 17 Αυγού­στου λίγο έξω απ’ τη Λευ­κω­σία, στην περιοχή Κολο­κα­σίδη. Ο Κολο­κα­σί­δης ήτανε μία εται­ρεία, αντι­προ­σω­πεία που είχε αυτο­κί­νητα και έμεινε εκεί η περιοχή αυτή, μέχρι και τώρα ονο­μά­ζε­ται Κολο­κα­σίδη. Ήτανε μία ιερα­τική σχολή εκεί. Εν πάση περι­πτώ­σει και σε αυτήν τη συνά­ντηση με τα εχθρικά στρα­τεύ­ματα η μοίρα τούς έδωσε να κατα­λά­βουν ότι: «Εδώ υπάρ­χουνε δυνά­μεις να σας αντι­με­τω­πί­σουν». Και στις 17 στα­μα­τή­σαν ορι­στικά οι εχθρο­πρα­ξίες.

Το επί­τευγμα που είναι αιτία κι εμείς να ευγνω­μο­νούμε ειδικά τον διοι­κητή μας και τους αξιω­μα­τι­κούς μας, αλλά και εκείνοι να χαί­ρο­νται για το απο­τέ­λε­σμα, δεν χάθηκε ούτε ένας στρα­τιώ­της. Οι μόνες απώ­λειες είναι αυτές που δεν είπαμε στην αρχή, ότι τα αερο­πλάνα ξεκι­νώ­ντας, 10:30 ξεκι­νή­σαμε, 21 Ιουλίου, ημέρα Κυριακή, την επομένη δηλαδή του προφήτη Ηλία που έγινε εισβολή. 10:30 ξεκι­νή­σαν τα αερο­πλάνα τα οποία ήτανε δεκα­πέ­ντε στη σειρά. Τα αερο­πλάνα πετού­σαν με διά­στημα πέντε λεπτά το ένα από το άλλο δηλαδή το πρώτο έφυγε στις 10:30, 10:35 το επόμενο. Όμως το κάθε αερο­πλάνο έπαιρνε με τη σειρά του ένα νούμερο. Νούμερο ένα, νούμερο δύο, τρία, τέσσερα μέχρι και το δεκα­πέ­ντε. Αυτά σηκω­θή­καν, από τα δεκα­πέ­ντε τα δύο ενώ έφτασαν περίπου στον εναέριο χώρο της Λευ­κω­σίας, δεν έκαναν προ­σγεί­ωση, γύρισαν πίσω. Τώρα, ξεκι­νώ­ντας, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, το τέσσερα σε κάποια στιγμή παίρνει τη σειρά του τρία ως προς την άφιξη. Το τέσσερα, λοιπόν, παίρ­νο­ντας τη σειρά του τρία και φτά­νο­ντας στο αερο­δρό­μιο, δέχεται τα πυρά, τα οποία έγιναν από κάποια παρε­ξή­γηση ή παρα­νό­ηση, κακή συνεν­νό­ηση;

Είχε σταλεί ένα σήμα, όταν εμείς σηκω­θή­καμε, είχε σταλεί ένα σήμα στις μονάδες που ήτανε γύρω από το αερο­δρό­μιο, εννο­εί­ται της δικής μας, έτσι;  Ένα σήμα που έλεγε ότι σηκω­θή­κανε δεκα­πέ­ντε αερο­πλάνα. Το σήμα δεν έλεγε αερο­πλάνα, έλεγε: «Σηκω­θή­κανε, θα σας έρθουν δεκα­πέ­ντε πορ­το­κά­λια», αυτό ήτανε ο κωδικός, ας πούμε. «Έρχο­νται δεκα­πέ­ντε πορ­το­κά­λια», ναι, κάπως έτσι. Λοιπόν. Όμως, το σήμα αν και έφθασε στα χέρια κάποιου υπευ­θύ­νου, το δια­χει­ρί­στηκε κατά κάποιον τρόπο λάθος. Ύστερα με τις ανα­κρί­σεις έλεγε ότι: «Εγώ δεν το προ­ώ­θησα εκείνη τη στιγμή που το πήρα, γιατί φοβό­μουνα μήπως διαρ­ρεύ­σει». Αλλά κάπου εκεί στη δια­δι­κα­σία και στις καθυ­στε­ρή­σεις έγινε όλο το κακό. Άρχισαν να χτυπάνε οι δικοί μας, οι Κύπριοι, γιατί νόμιζαν ότι ήτανε τούρ­κικα. Αλλά υπάρ­χουνε και αμφι­βο­λίες ότι εκτός από αυτούς τους ανθρώ­πους που υπο­τί­θε­ται κατά λάθος μας χτυ­πού­σαν, μας χτυ­πού­σαν ακόμα και Εγγλέ­ζοι, γιατί ήτανε οι Εγγλέ­ζοι ήτανε υπο­στη­ρι­κτές των Τούρκων και κάποια από την πλευρά των Τούρκων. Δεν είναι ξεκά­θαρη αυτή η άποψη, αν και πέρασαν τόσα χρόνια, οι δικοί μας οι Κύπριοι βγήκανε και είπανε ότι: «Εμείς οι συγκε­κρι­μέ­νοι τα ρίξαμε τα αερο­πλάνα, αλλά πού να ξέρουμε την αλήθεια;». Από αυτό, λοιπόν, το αερο­πλάνο, το νούμερο τέσσερα που, όπως είπαμε, προ­σγειώ­θηκε τρίτο, πήρε τη σειρά του τρία, πέφτο­ντας σκο­τω­θή­καν όλοι πλην ενός. Αυτός που σώθηκε ήτανε ο Θανάσης ο Ζαφει­ρίου. Το πώς σώθηκε, τι έγινε και τι δεν έγινε, δεν ξέρει κανένας. Ο ίδιος έλεγε ότι: «Σε κάποια στιγμή πήδησα και…». Εν πάση περι­πτώ­σει, αυτό δεν μπο­ρούμε να το… Κανένας δεν ξέρει το πώς ο άνθρω­πος αυτός βρέθηκε μέσα στα χωράφια τραυ­μα­τι­σμέ­νος, γιατί μετά έκανε χρόνια πολλά στα νοσο­κο­μεία. Από αυτό το αερο­πλάνο λοιπόν χαθή­κανε είκοσι εφτά, είκοσι έξι στρα­τιώ­τες κι ένας δόκιμος και τέσ­σε­ρις άνθρω­ποι που ήτανε το πλήρωμα του αερο­πλά­νου. Δηλαδή τέσ­σε­ρις και είκοσι οκτώ, τριάντα τρεις άνθρω­ποι χαθήκαν από ‘δώ. Εμείς, όμως, είχαμε κι άλλη μία απώλεια από το νούμερο έξι. Το νούμερο έξι, γιατί όλα τα αερο­πλάνα είχανε χτυ­πη­θεί, πήραν φωτιά τα πυρο­μα­χικά μέσα, τραυ­μα­τι­στή­κανε δέκα στρα­τιώ­τες και από τους δύο, από τους δέκα, οι δύο κατέ­λη­ξαν. Άρα λοιπόν οι είκοσι εφτά γίναν είκοσι εννιά. Οι υπό­λοι­ποι ήταν τραυ­μα­τίες. Τα παιδιά φτάσανε στα νοσο­κο­μεία, ταλαι­πω­ρή­θη­καν πολλά χρόνια και εκτός του, από τα σωμα­τικά τραύ­ματα έφεραν κι άλλα, τους έμειναν και ψυχο­λο­γικά τραύ­ματα. Αυτές ήταν οι απώ­λειες της μοίρας. Όσον αφορά το κομμάτι το πολε­μικό, δηλαδή της μετω­πι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης με τους Τούρ­κους, δεν είχαμε καμία απώλεια.

Εσείς τραυ­μα­τι­στή­κατε ή κιν­δυ­νεύ­σατε κάποια στιγμή;

Γ.Γ.Όχι, όχι, δεν είχαμε άλλους τραυ­μα­τίες. Την ημέρα της πρώτης μάχης έγινε ό,τι έγινε στις περίπου δύο ώρες. Κηρύ­χθηκε μία εκε­χει­ρία, η οποία μόνο στα χαρτιά ήτανε εκε­χει­ρία, γιατί οι Τούρκοι δεν τήρησαν ούτε εκε­χει­ρία ούτε τίποτα. Αυτοί είχανε σαν πρό­σχημα την εκε­χει­ρία, για να συγκε­ντρώ­σουν τις δυνά­μεις που θέλανε, να κατε­βά­σουν τα όπλα που θέλανε στο νησί και ετοι­μα­ζό­ταν για τη δεύτερη επι­χεί­ρηση, τον λεγό­μενο δεύτερο Αττίλα, που έγινε παρα­μονή της Πανα­γίας, στις 14 Αυγού­στου.

Και αυτή πάλι η εχθρο­πρα­ξία κράτησε δεκα­τέσ­σε­ρις, δεκα­πέ­ντε, δεκαέξι και τη δεκα­ε­πτά. Τέσ­σε­ρις μέρες, δηλαδή, κράτησε όλη αυτή ιστορία και μετά και με την επέμ­βαση του Ο.Η.Ε. και αφού, τέλος πάντων, και αυτοί κατά­φε­ραν να πάρουνε και παρα­πάνω από αυτά που κατά την ταπεινή μου άποψη ήταν συμ­φω­νη­μένα, πήρανε παρα­πάνω. Εγώ προ­σω­πικά πιστεύω ότι ενώ είχανε συμ­φω­νή­σει, ας πούμε, ένα νούμερο, τριάντα, τριάντα και κάτι, αυτοί έφτασαν στο τριάντα επτά και σε πολλές περι­πτώ­σεις άλλοι υπο­λο­γί­ζουν ότι έ[00:50:00]φτασαν στο 40%. Δηλαδή παρα­βί­α­σαν και αυτοί τη συμ­φω­νία που είχανε, με όποιους την είχανε.Τώρα για το πώς φτάσαμε στα γεγο­νότα της Κύπρου, παρόλο που ότι κυκλο­φο­ρή­σανε βιβλία, γράψανε, γράψανε προ­σω­πικά πιστεύω ότι ακόμα υπάρ­χουνε, υπάρ­χουνε πράγ­ματα τα οποία δεν έχουν ειπωθεί. Όμως εγώ έχω την πίστη ότι οι Τούρκοι θα πιε­στούν, όχι με πόλεμο, θα πιε­στούν στα επόμενα δυο-τρία χρόνια να απο­χω­ρή­σουνε από το νησί. Γιατί αυτό αισθά­νο­μαι, αυτό πιστεύω, ότι οι Τούρκοι μετά από τα πενήντα χρόνια που έχουν παρα­μεί­νει στην Κύπρο και πιστεύω ότι γι’ αυτό υπήρχε κάποια συμ­φω­νία, δεν έκαναν ό,τι έκαναν από μόνοι τους. Οι Τούρκοι δεν κάνουν τίποτα, εάν δεν είναι σίγου­ροι. Κάποια συμ­φω­νία έγινε, θα τους μάθουμε εν καιρώ, γιατί τώρα δεν ξέρουμε όλο-, το ιστο­ρικό δεν το ξέρουμε. Ας γρά­φο­νται βιβλία και αυτοί που τα γράφουν είναι, έχουνε έναν περιο­ρι­σμό και δεν έχουν αυτό το κάτι παρα­πάνω που ξεκα­θα­ρί­ζει απόλυτα το ιστο­ρικό. Πιστεύω προ­σω­πικά ότι σε δυο-τρία χρόνια κάποιες δυνά­μεις θα τους ανα­γκά­σουν να απο­χω­ρή­σουν κι έτσι να ζήσουν και αυτοί οι άνθρω­ποι ελεύ­θερα, να ζήσουνε μια ήσυχη ζωή. Δεν λέω μόνο για τους δικούς μας τους Ελλη­νο­κύ­πριους. Και οι Τουρ­κο­κύ­πριοι να ζήσουν σαν συγκά­τοι­κοι, σαν συμπο­λί­τες. Εμάς αυτή η ιστορία μάς έχει μείνει στο μυαλό. Το ευχά­ρι­στο είναι ότι αγα­πιό­μα­στε, αγα­πη­θή­καμε και κρατάμε ακόμα. Πλη­σιά­ζουμε σχεδόν τα πενήντα χρόνια, έχουμε μπει τώρα στα σαράντα εννιά χρόνια, σχεδόν πενήντα χρόνια. Κρατάμε επαφές, μιλάμε σαν αδέρφια, μιλάμε σαν φίλοι. Οι αξιω­μα­τι­κοί μάς σέβο­νται, όπως τους σεβό­μα­σταν κι εμείς και σε κάθε ευκαι­ρία και θα μας στεί­λουν χαι­ρε­τί­σματα και θα μας πουν «Χρόνια πολλά». Καμιά φορά συνα­ντιό­μα­στε και με κάποιους, κάνουμε και κάπου κάπου παρέα και είναι το κλίμα, είναι καλό, έμεινε καλό. Θυμάμαι το 1978, αν δεν κάνω λάθος, ο υπο­διοι­κη­τής που είχα τότε, ταγ­μα­τάρ­χης ονόματι Αβρα­μί­δης Άγγελος – δυστυ­χώς τα χρόνια περάσαν κι όλο μας έρχο­νται οι άνθρω­ποι που έχουν φύγει απ’ τη ζωή – μετά τα γεγο­νότα πήγε στη Χαλκίδα σαν διοι­κη­τής των πεζο­ναυ­τών. Ένα βράδυ, λοιπόν, είμαι στο καφε­νείο με την παρέα κι έρχεται ο χωρια­νός μας, ο Γιώργος ο Νικολής, το παιδί αυτό που έκανε και στη Σουηδία, αν έχεις υπόψη σου.

Π.Δ.Δεν γνωρίζω.

Λοιπόν, όπως είμαστε με την παρέα στο καφε­νείο, μου λέει: «Έρχομαι από τον διοι­κητή μου με εντολή δικιά του να σου μετα­φέρω τα προ­σω­πικά του χαι­ρε­τί­σματα». Αυτός ήταν ένας άνθρω­πος ευχά­ρι­στος, αλλά είχε μία εμμονή, πέρα από τα στρα­τιω­τικά του καθή­κο­ντα, στον καλ­λω­πι­σμό της μονάδας. Ήθελε όλα να είναι τελειό­τητα, από τους κήπους μέχρι τα κτήρια. Και μάλιστα εκεί αστειευό­με­νοι, όχι εμείς, κάποιες σειρές, αλλά το βρήκαμε κι εμείς, του κολ­λή­σανε ένα παρα­τσού­κλι το οποίο δεν είναι ούτε χλευα­στικό ούτε… Του ‘μεινε «ο ψιλι­κα­τζής», δηλαδή αυτός που ήθελε τη λεπτο­μέ­ρεια. Το λέγαν όμως τα παιδιά όλα με γέλιο και χωρίς, όπως είπαμε, κανένα άλλο υπο­νο­ού­μενο. Ήταν ένας άνθρω­πος γλυ­κύ­τα­τος, ο οποίος δυστυ­χώς έφυγε νέος.

Ιστο­ρίες με τους αξιω­μα­τι­κούς μας έχουμε πάρα πολλές να διη­γη­θούμε και πολλές πριν από τα γεγο­νότα. Εγώ, για παρά­δειγμα, ήμουνα στη δια­χεί­ριση, όπως είπαμε και πιο νωρίς, και τα μεση­μέ­ρια που, τέλος πάντων, ήτανε ώρα για να ξεκου­ρα­στούμε οι στρα­τιώ­τες, είχα τον κύριο Λάμπρο εκεί στη δια­χεί­ριση κι όλη μέρα κάτι του συνέ­βαινε, φώναζε απ’ το μεγά­φωνο: «Ο στρα­τιώ­της Γιαν­νιός!», επειδή το Γιαν­νιού, επειδή είναι γενική, δεν το πιάνανε καλά στ’ αφτί. Κι όλη τη μέρα, όλη την ώρα τ’ απο­γεύ­ματα φώναζε: «Ο στρα­τιώ­της Γιαν­νιός στη δια­χεί­ριση!». Εν πάση περι­πτώ­σει, αυτό το θυμόταν και ορι­σμέ­νοι φαντά­ροι που συνα­ντη­θή­καμε το 2007 στο Μάλεμε που έχει στηθεί μνημείο για κάποιο μνη­μό­συνο. Και μου λέει κάποιος: «Εμείς», λέει, «ξαπλώ­ναμε να ξεκου­ρα­στούμε, αλλά εσύ είχες τον κύριο Λάμπρο και σε βασά­νιζε τα απο­γεύ­ματα». Λέω: «Παιδιά, στρα­τιώ­της ήμουνα, όπως ήμασταν όλοι». Εμείς έπρεπε να εκτε­λούμε δια­τα­γές, αλλά η αγάπη, αγάπη. Με τον συγκε­κρι­μένο κύριο Λάμπρο συνα­ντη­θή­καμε, μιλάμε στα τηλέ­φωνα, είναι κύριος πρώτης τάξης, όπως ήταν και πάρα πολλοί.Είχαμε κάποιον υπο­λο­χαγό ονόματι Μπένος Σταύρος, αυτός ο άνθρω­πος ήτανε… Πώς να το πούμε; Ένας άγιος άνθρω­πος, ένας άνθρω­πος με παιδική ψυχή. Ερχόταν τα απο­γεύ­ματα και μου έλεγε: «Ροδίτη, έλα μαζί μου». Εκεί το Μάλεμε, το στρα­τό­πεδο, χωρί­ζε­ται από το παλιό αερο­δρό­μιο. Το αερο­δρό­μιο αυτό που το 1940 ήρθαν οι Γερ­μα­νοί και πέσανε με τα αλε­ξί­πτωτα. Το κάτω μέρος του δρόμου με την παραλία είναι το αερο­δρό­μιο και πάνω απ’ τον δρόμο είναι το στρα­τό­πεδο. Και μου λέγε: «Έλα, ροδίτη, πάμε για περ­πά­τημα». Είχε ένα σκυλάκι και πηγαί­ναμε απέ­να­ντι στο αερο­δρό­μιο περ­πα­τού­σαμε δυο ώρες, τρεις, δήθεν ότι θα κυνη­γούσε είχε κι ένα όπλο εκεί κυνη­γε­τικό αλλά πηγαί­ναμε πιο πολύ για περ­πά­τημα. Μια φορά είχε μπει στο νοσο­κο­μείο για κάποιο θεμα­τάκι υγείας που είχε και μαζευ­τή­καμε στην έξοδο είκοσι-είκοσι πέντε στρα­τιώ­τες: «Πάμε να δούμε τον υπο­λο­χαγό μας». Ήταν υπο­λο­χα­γός τότε. Όταν πήγαμε στο νοσο­κο­μείο, μπαί­νο­ντας μέσα ένα τσούρμο αρκετά μεγάλο, κάποια νοσο­κόμα για να τον πει­ρά­ξει, του λέει: «Δεν μου λες, κύριε υπο­λο­χαγέ, και ποιος είσαι εσύ και ήρθαν εδώ πέρα είκοσι πέντε άτομα για να σε δουν;». Και εκείνος, Θεός συγχωρέσ’ τον, εκείνος με την παιδική ψυχή και με το γέλιο λέει: «Αυτοί δεν είναι όπως τους βλέπεις, μόνο στρα­τιώ­τες. Είναι τα παιδιά μου». Όταν μιλάς γι’ αυτούς τους ανθρώ­πους ή σκέ­φτε­σαι κάτι, χωρίς να το θέλεις, κλαις. Η συγκί­νηση σε πηγαί­νει σε άλλα επίπεδα. Η συγκί­νηση σε πηγαί­νει σε άλλα επίπεδα.

Θα πω και κάτι το οποίο δεν πρέπει να παρα­λείψω. Δεν ξέρω αν αυτός ο άνθρω­πος είναι ακόμα εν ζωή. Μετά τη μάχη του αερο­δρο­μίου κι ενώ είμαστε στα τολ που ανα­φέ­ραμε, μας επι­σκέ­φτηκε ο διοι­κη­τής του Γ.Ε.Ε.Φ., στρα­τη­γός ονόματι Καρα­γιάν­νης Ευθύ­μιος. Αυτός ο άνθρω­πος ήρθε προ­φα­νώς για να μας εμψυ­χώ­σει και σε δεύτερο λόγο να μας ευχα­ρι­στή­σει κατά κάποιον τρόπο. Όταν μας επι­σκέ­φτηκε, αφού είμαστε συγκε­ντρω­μέ­νοι για να απο­τί­σουμε φόρο τιμής στον στρα­τηγό, την ώρα που ο διοι­κη­τής μας δια­τά­ζει: «Παρου­σιά­στε», ο στρα­τη­γός σε κλά­σματα δευ­τε­ρο­λέ­πτου και προτού καλά-καλά κατα­φέ­ρουμε να ανε­βά­σουμε τα όπλα, λέει «Προσοχή! Κατε­βά­στε τα όπλα! Δεν θα στα­θείτε εσείς προσοχή μπροστά σ’ εμένα. Εγώ θα σταθώ προσοχή μπροστά σ’ εσάς». Αφού λοιπόν κατε­βά­σαμε τα όπλα, ο στρα­τη­γός πέρασε απ’ όλους τους στρα­τιώ­τες, από τρια­κό­σιους τόσους στρα­τιώ­τες, γιατί εμείς σαν μονάδα είμαστε περίπ[01:00:00]ου τετρα­κό­σια άτομα Είμαστε τρια­κό­σιοι, τρια­κό­σιοι δεκα­εν­νιά στο σύνολο το δικό μας και είκοσι πέντε από μία μονάδα, την τρίτη μοίρα κατα­δρο­μών, που μας ήρθε από την Ελλάδα. Στάθηκε λοιπόν μπροστά μας και έναν-έναν, τρια­κό­σιους τόσους ανθρώ­πους, μας αγκά­λιασε, μας ασπά­στηκε και μας έδωσε συγ­χα­ρη­τή­ρια λέγο­ντας ότι: «Η πατρίδα, αλλά και εγώ προ­σω­πικά, σας ευχα­ρι­στώ για τη συμ­με­τοχή σας στα γεγο­νότα και σε όλη την ιστορία αυτή που πρέπει να αντε­πε­ξέλ­θουμε σαν στρα­τιώ­τες». Γιατί, είπαμε, ακο­λού­θησε ακόμα και ο δεύ­τε­ρος γύρος, οι ανα­μνή­σεις είναι πολλές. Οι ιστο­ρίες είναι πολλές, αλλά άφησε και σε πολλά παιδιά άφησε τραύ­ματα, άφησε -πώς θα τα πούμε- εκτός από τα δέκα παιδιά που τραυ­μα­τί­στη­καν από το έξι και σ’ άλλα παιδιά που ήτανε, ας πούμε, λίγο ευάλωτα η ιστορία αυτή άφησε κάποια τραύ­ματα.

Ο σύλ­λο­γος ΚΟΜΑΝΤΟΣ 74 και η δράση του

Κάποτε, θυμάμαι, με πήρε κάποιος φίλος από την Κομο­τηνή και μου λέει: «Στη Ρόδο ήρθε ο τάδε». Ήταν απ’ τα παιδιά που τραυ­μα­τί­στη­καν από το νούμερο έξι. Αυτό το γεγονός έγινε του­λά­χι­στον μετά από είκοσι πέντε χρόνια η συνά­ντηση με τον φίλο μου. Βρέθηκε στη Ρόδο, γιατί είχε παιδί κάπου, σε μια υπη­ρε­σία. Αφού πήγα και τον συνά­ντησα, δια­πί­στωσα κι εγώ προ­σω­πικά, δηλαδή αυτό το πραγ­μα­τάκι, ότι είχε επη­ρε­α­στεί από τα γεγο­νότα τόσο πολύ, που στη συζή­τησή μας το ‘βλεπα εγώ. Δεν παρι­στάνω τον ψυχο­λόγο, αλλά έβλεπα ότι το παιδί αυτό που έτυχε σε όλους μας, το κομ­μα­τάκι που επη­ρέ­ασε την ψυχή του, το αντι­λαμ­βα­νό­μουν κι εγώ. Του μιλούσα, ας πούμε, και μου ‘δινε την εντύ­πωση σε κάποια στιγμή, σε κάποιες στιγμές ότι χανό­τανε, δεν επι­κοι­νω­νού­σαμε, όπως αντι­λαμ­βα­νό­μουν εγώ, αλλά κι άλλα παιδιά έφεραν, έφεραν βάρη στην ψυχή τους μετά. Επη­ρε­ά­στηκε ο ψυχικός τους κόσμος.

Όμως εμείς σαν στρα­τιώ­τες, επειδή δεθή­καμε σαν αδέρφια, κάποιοι προ­σπά­θη­σαν κι έφτια­ξαν έναν σύλλογο. Έχουμε έναν σύλλογο με την ονο­μα­σία «ΚΟΜΑΝΤΟΣ 74», δηλαδή στρα­τιώ­τες του 1974. Και είναι απο­κλει­στικά αυτοί που έλαβαν μέρος με τη μοίρα. Οι στρα­τιώ­τες δηλαδή της πρώτης μοίρα κατα­δρο­μών και της τρίτης μοίρας αμφι­βίων κατα­δρο­μέων από την Αθήνα. Μαζί με εμάς στον σύλλογο σαν μέλη είναι και οι πενήντα δύο αερο­πό­ροι, γιατί, είπαμε, ήτανε δεκα­τρία τα αερο­πλάνα τα οποία πάτησαν, έφτασαν στο σημείο, προ­σγειώ­θη­καν στην Κύπρο, ενώ τ’ άλλα δύο γύρισαν. Το κάθε αερο­πλάνο είχε τέσσερα άτομα πλήρωμα, άρα λοιπόν κι από ‘κεί πενήντα δύο άνθρω­ποι, οι οποίοι είναι μέλη του συλ­λό­γου. Ο σύλ­λο­γος τώρα προ­σπά­θησε και προ­σπα­θεί μέχρι σήμερα με όσες δυνά­μεις έχει και αξίζουν συγ­χα­ρη­τή­ρια στα παιδιά που ήτανε οι οργα­νω­τές αυτού του εγχει­ρή­μα­τος και ειδικά στον πρόεδρο, ο οποίος εκλέ­γε­ται σχεδόν κάθε φορά που έχουνε αρχαι­ρε­σίες. Περάσαν κι άλλες δυο-τρεις, αλλά ο σημε­ρι­νός πρό­ε­δρος, ο Πανα­γιώ­της ο Αφάλης, έχει δώσει ο άνθρω­πος και την ψυχή του γι’ αυτό το θέμα που λέμε «Σύλ­λο­γος». Εμείς τόσα χρόνια σαν σύλ­λο­γος επι­διώ­καμε να ανα­γνω­ρι­στούμε, ρε παιδί μου, να πουν ότι: «Ξέρεις, αυτοί οι άνθρω­ποι πήγανε εκεί, συμ­με­τεί­χαν σε αυτά τα γεγο­νότα», γιατί κάποτε υπήρχε η επίσημη άποψη του κράτους λες και ήτανε κάτι κρυφό ότι και καλά εμείς σαν κράτος δεν συμ­με­τεί­χαμε στον πόλεμο. Γιατί η μόνη βοήθεια που έγινε από την Ελλάδα προς την Κύπρο ήταν η απο­στολή της μονάδας της δικιάς μας. Εν πάση περι­πτώ­σει, είχαμε διάφορα αιτή­ματα με πιο βασικό ήταν αυτό, να γίνει γνωστή η ιστορία μας. Να μην φύγουμε δηλαδή εμείς και σε κάποια στιγμή δεν υπάρχει κάτι.Ο σύλ­λο­γος το κατά­φερε, σιγά-σιγά οι προ­τά­σεις του διοι­κητή μας που έλεγε: «Προ­τείνω για το προ­σω­πικό της μοίρας και ειδικά για τους στρα­τιώ­τες…», γιατί σε κάποια στιγμή κάποιοι αξιω­μα­τι­κοί εντός εισα­γω­γι­κών δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν «Γιατί, κύριε διοι­κητά, έκανες τέλος πάντων προ­τά­σεις για τους οπλίτες, για τους στρα­τιώ­τες κι εμάς μάς άφησες απ’ έξω;». Και τους απά­ντησε με ευγέ­νεια και με το ήθος του διοι­κη­τού. Λέει: «Εσείς έχετε χρόνια ακόμα να υπη­ρε­τή­σετε», γιατί ήτανε, οι περισ­σό­τε­ροι ήτανε νέοι αξιω­μα­τι­κοί, οι μόνιμοι δηλαδή: «Έχετε χρόνια να υπη­ρε­τή­σετε στο στρά­τευμα, θα σας τιμήσει το στρά­τευμα με άλλους τρόπους αλλά οι στρα­τιώ­τες πρέπει να τιμη­θούν, διότι, όχι μόνο γιατί χάσαμε ορι­σμέ­νους στρα­τιώ­τες με την ατυχία του αερο­πλά­νου, αλλά γιατί πρέπει κάποτε κάποιος να πει για αυτούς τους ανθρώ­πους κάτι». Από αυτές τις προ­τά­σεις σιγά-σιγά αρχίζει το επίσημο κράτος να τις λαμ­βά­νει υπόψη του, να δίνει τις πρέ­που­σες τιμές που πρέπει να δώσει, όπως δίνει ορι­σμένα βραβεία, μετάλ­λια.

Αλλά κατά­φερε και κάτι άλλο ο σύλ­λο­γος σαν… Να μην κολ­λή­σουμε στο πρόσωπο του αγα­πη­τού Πανα­γιώτη, του προ­έ­δρου, αλλά ο σύλ­λο­γος κατά­φερε μετά από χρόνια, το επίσημο κράτος να βγάλει μία σύνταξη για όλους ανε­ξαι­ρέ­τως. Στην αρχή λέγανε μόνο για τους στρα­τιώ­τες, αλλά μετά η σύνταξη αυτή, η λεγό­μενη τιμη­τική, δόθηκε και στους αξιω­μα­τι­κούς. Το πόσο είναι 200€. Τιμη­τική σύνταξη, η οποία είναι χαρα­κτη­ρι­σμένη κι από το οικο­νο­μικό επι­τε­λείο του κράτους με τον τρόπο ότι, ό,τι και να γίνει, αυτά τα 200€ δεν έχει κανένας δικαί­ωμα να τ’ αγγίξει. Ούτε αν κάποιος απ’ εμάς, τέλος πάντων, για διά­φο­ρους λόγους γίνει οφει­λέ­της του κράτους, το κράτος δεν έχει δικαί­ωμα να αγγίξει αυτά τα 200 €. Η σύνταξη αυτή την πήραν όλοι στρα­τιώ­τες και απ’ όσους έφυγαν απ’ τη ζωή και άφησαν πίσω σύζυγο, τη σύνταξη αυτή την παίρνει, με τις προ­σπά­θειες του συλ­λό­γου τη σύνταξη αυτή την παίρνει η χήρα του απο­βιώ­σα­ντος. Δηλαδή ο σύλ­λο­γος εργά­ζε­ται πρώτα απ’ όλα για την τιμή, για την τιμή όλων μας, στρα­τιω­τών και αξιω­μα­τι­κών, και δεύτερο για να μείνει κάτι.Η ιστορία αυτή να μην σβήσει, γιατί δυστυ­χώς τα πρώτα χρόνια ήτανε, επι­με­λώς και εν κρυπτώ ήτανε παρα­γκω­νι­σμένη η ιστορία. Τα τελευ­ταία χρόνια αρχίζει να μαθαί­νει ο κόσμος ότι, και σαν απλό γεγονός, ότι κάποτε έγινε αυτή ιστορία. Τα προη­γού­μενα χρόνια, για διά­φο­ρους λόγους, η ιστορία αυτή ήτανε παρα­με­λη­μένη. Αυτά είναι που μας μείνανε απ’ τα γεγο­νότα, η αγάπη και το αίσθημα ότι ό,τι μπο­ρού­σαμε κι εμείς τότε σαν στρα­τιώ­τες, την ώρα που μας χρειά­στηκε η πατρίδα, με τις όποιες δυνά­μεις είχε ο καθένας προ­σφέ­ραμε για την πατρίδα.

Απ’ όλα αυτά τα πράγ­ματα ένα δίδ[01:10:00]αγμα που βγαίνει για όλους μας είναι ότι στα γεγο­νότα αυτά σημασία έχει η συμ­με­τοχή. Εάν δηλαδή σαν στρα­τιώ­της πάρεις τη διαταγή ή σε ατομικό επίπεδο ή σε ομαδικό, σαν μοίρα που ήμασταν εμείς, είχαμε υπο­χρέ­ωση να κάνουμε αυτό που κάνανε οι προη­γού­με­νοι απ’ εμάς. Και όταν λέω προη­γού­με­νοι απ’ εμάς, πηγαίνω χιλιά­δες χρόνια πίσω. Δηλαδή το αίσθημα που νιώσαμε εκείνη τη βραδιά είναι δύσκολο για ορι­σμέ­νους να το πιστέ­ψουν, αλλά αυτή είναι η πραγ­μα­τι­κό­τητα. Εκείνη τη βραδιά εμείς πετά­ξαμε με διάθεση καλή. Πέρασε απ’ το μυαλό μας ότι σε κάποια στιγμή η ιστορία αυτή ίσως να είναι και το τέλος της ζωή μας, του ταξι­διού μας που λέγεται ζωή, αλλά δεν έχουμε δικαί­ωμα να πορευ­τούμε δια­φο­ρε­τικά. Ο δρόμος είναι ένας, η συμ­με­τοχή είναι υπο­χρε­ω­τική και ανα­γκαία, γιατί η συμ­με­τοχή έχει τα πλε­ο­νε­κτή­ματά της. Στην περί­πτωση των γεγο­νό­των της Κύπρου η συμ­με­τοχή, για να το πω, για να το κατα­λά­βουνε, να το κατα­λά­βει ο κόσμος και οι απ’ έξω, η συμ­με­τοχή είναι ένας λόγος που εμπο­δί­ζει τον αντί­παλο να κάνει αυτό που θα έκανε, εάν είχε άλλη πλη­ρο­φο­ρία. Οι Τούρκοι έφτασαν στο σημείο να μας λογα­ριά­ζουν για πάνω από δυο, δυόμισι χιλιά­δες. Έφτασαν και ορι­σμέ­νοι να μας λογα­ριά­ζουν μέχρι και πέντε χιλιά­δες, ενώ εμείς ήμασταν όλοι κι όλοι τετρα­κό­σιοι άνθρω­ποι. Αυτό, όμως, είχε σαν απο­τέ­λε­σμα με το να μας λογα­ριά­ζουν τόσους, να είναι κατά κάποιο τρόπο κρα­τη­μέ­νοι, συγκρα­τη­μέ­νοι, και να μην κάνουν πράγ­ματα τα οποία, εάν ένιωθαν με πιο αδύνατο εμπόδιο, ίσως να είχαν κάνει και χει­ρό­τερα πράγ­ματα ακόμα.

Θέλω να πω ότι η συμ­με­τοχή της μοίρας, της μονάδας, πραγ­μα­τικά εμπό­δισε τους Τούρ­κους να κάνουν βήματα ακόμα χει­ρό­τερα, λογα­ριά­ζο­ντας έστω από λάθος πλη­ρο­φό­ρηση, από λάθος εκτί­μηση μάς λογά­ρια­ζαν πάρα πολλούς και μας έμεινε κι εκείνο, το οποίο βέβαια οι Τούρκοι το μετέ­δι­δαν, ότι εμείς – Κρη­τι­κούς μας ονό­μα­ζαν όλους: «Αυτοί οι Κρη­τι­κοί, οι βάρ­βα­ροι που ήρθαν από την Ελλάδα», μας κατη­γο­ρού­σαν κιόλας ότι εμείς ήμασταν και καλά οι κακοί της υπό­θε­σης. «Αυτοί οι βάρ­βα­ροι», λέει, «που ήρθαν από την Κρήτη κάνανε αυτό, κάνανε εκείνα». Εμείς όμως μπο­ρούμε να δια­βε­βαιώ­σουμε ότι από αυτά που λένε οι Τούρκοι εις βάρος, εις βάρος των Ελλήνων και ειδικά των Κρη­τι­κών, όπως τους ονό­μα­σαν, δεν έχει γίνει τίποτα. Εμείς δεν πλη­σιά­σαμε κανέναν χώρο, όπως έκαναν αυτοί που μπαίναν στα χωριά, μπαίναν στα σπίτια, σκο­τώ­νανε, κάναν, δεί­χνανε.

Περι­πλά­νηση στο βομ­βαρ­δι­σμένο ΡΙΚ και τα ευρή­ματα

Δεν κάναμε τίποτα από αυτά εμείς σαν μονάδα. Ήτανε οι εντολές του διοι­κη­τού, ήτανε απο­κλει­στικά ανθρώ­πι­νες, αλλά σύμφωνα με το ότι και ο πόλεμος πρέπει να έχει ανθρω­πιά. Γνω­ρί­σαμε πολλές κατα­στά­σεις εκεί, αλλά, είπαμε, η αγάπη και η ομόνοια τα ξεπερ­νούσε εκεί. Οι και­ρι­κές συν­θή­κες, όπως προ­εί­παμε στην αρχή, ήτανε βασα­νι­στι­κές, γιατί ξεπερ­νού­σαμε τους 40 βαθμούς. 40 βαθμούς και αντι­κρύ­σαμε πράγ­ματα. Εγώ τις μέρες που είμαστε στο στρα­τό­πεδο με τα τολ-. Εκεί ήτανε ο στρατός που είχε ο Μακά­ριος, προ­σω­πικό στρατό, οι φύλακές του δηλαδή, το εφε­δρικό, έτσι λεγό­τανε.Δίπλα, από περιέρ­γεια λέω να πάω να δω τι έγινε εδώ με τους βομ­βαρ­δι­σμούς στο ΡΙΚ. Και τι αντι­με­τώ­πισα, όταν πήγα; Αντι­με­τώ­πισα ένα ερείπιο που μου θύμιζε ένα φρεάτιο από αυτά που έχουνε τα ασανσέρ κι ενώ και τα καλώδια όλα κομμένα και να κρέ­μο­νται μέσα σ’ αυτό το φρεάτιο, ρημαγ­μένα τα πάντα. Εκεί είδαμε και κάτι το οποίο είναι, για μένα προ­σω­πικά, είναι στα λάθη του Μακα­ρίου. Πρώτον, άποψή μου, γιατί ένας πρό­ε­δρος ήθελε τον δικό του στρατό; Ερώτημα προ­σω­πικό, δικό μου. Απά­ντηση δεν θέλω τώρα να πάρω, μετά από τόσα χρόνια, γιατί άλλος θα πει έτσι, άλλος θα πει αλλιώς. Εγώ προ­σω­πικά δεν συμφωνώ με το ότι ένας πρό­ε­δρος πρέπει να έχει δικό του στρατό. Δεύτερο, εκεί στις μέρες που είμαστε, σε κάποιο μικρό δωμάτιο, ήταν αρι­στερά από την είσοδο. Κάποια στιγμή, ανοί­γο­ντας από περιέρ­γεια τις πόρτες, βλέ­πουμε ότι υπήρ­χανε όπλα, τα τσέχικα, τα καλάσ­νι­κοφ και έχω μία απορία. Γιατί είχε αυτά τα όπλα, τα οποία δεν ήτανε σύννομα με τη συμπε­ρι­φορά του κράτους; Αυτό, όσο και να μην θέλουν να το απο­δε­χτούν οι υπο­στη­ρι­κτές του, δεν μπορούν να το καλύ­ψουν, γιατί αυτά τα όπλα ήτανε τότε από κομ­μου­νι­στικό κράτος και κολλάει πάνω στο άλλο, ότι ο Μακά­ριος έκανε ανοίγ­ματα, έκανε ανοίγ­ματα προς τη Ρωσία και αυτό εμείς τότε, επειδή είμαστε μέλος του ΝΑΤΟ, ίσως, λέω ίσως, γιατί αυτό θα φανεί, αν κάποτε φανεί ολο­κλη­ρω­τικά το θέμα της Κύπρου. Εγώ πιστεύω ότι υπάρ­χουν ακόμα πολλά να ειπω­θούν. Το λεγό­μενο ΝΑΤΟ, σίγουρα οι Αμε­ρι­κα­νοί το πήρανε στραβά το θέμα αυτό. Γιατί σου λέει: «Αφού είσαι μέλος του ΝΑΤΟ, τι παρ­τί­δες έχεις με τους άλλους;». Κι έτσι λοιπόν, κι εμείς, ας είμαστε και απλοί στρα­τιώ­τες, σχη­μα­τί­σαμε κάποια γνώμη για τα γεγο­νότα και για τους υπεύ­θυ­νους.

Προ­σω­πι­κές απόψεις για το Κυπριακό

Προ­σω­πικά εγώ πιστεύω ότι, με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο, είχε ευθύνες. Ακόμα και για αυτό το πρα­ξι­κό­πημα, που κακώς έγινε εις βάρος του, και γι’ αυτό πρέπει να έχει πάλι και ο ίδιος ευθύνες. Δηλαδή αυτό που λέμε πρό­κληση. Ύστερα στα τόσα χρόνια που διαβάζω μερικά βιβλία, αν και πιστεύω – πάλι θα το ξαναπώ – ότι δεν έχουνε, δεν έχει κλείσει το θέμα της Κύπρου όσον αφορά την αλήθεια. Για μένα υπάρ­χουνε πράγ­ματα τα οποία δεν έχουν ειπωθεί, δεν έχουν γράφει. Δηλαδή, πώς ξεκί­νησε αυτή όλη η ιστορία και οι Τούρκοι σε μια στιγμή πήραν την ορι­στική απόφαση, αυτό που είχαν στο μυαλό τους πριν από πενήντα χρόνια; Γιατί αυτή την ιστορία, την οποία ενώ σε κάποια φάση φαί­νε­ται ότι παραι­τού­νται από το θέμα Κύπρος και τα παρα­χω­ρούν όλα στην Αγγλία, μετά η Αγγλία γυρνάει, τους δίνει πάλι την ευκαι­ρία, τους βάζει μέσα στο παι­χνίδι κι αυτοί αρχί­ζουν τότε να μελε­τούν πότε θα κάνουν αυτό, πότε θα κάνουν κείνο.

Δεν το έκαναν το 1964, το έκαναν το 1974. Προ­σω­πικά πιστεύω ότι αφού το είχαν βάλει στο μυαλό τους και το 1974 να μην το έκαναν, θα το έκαναν πάλι μετά. Θα βρί­σκανε κάποια άλλη αιτία και θα το έκαναν. Τώρα βρήκανε ευκαι­ρία, γιατί η Αγγλία κατά­φερε να τους βάλει στο παι­χνίδι ορί­ζο­ντάς τους και σαν προ­στά­τες, που λέμε. Είπε ότι αυτοί που, τέλος πάντων, θα έχουν κάποιον λόγο για την Κύπρο θα ‘ναι, θα ‘μαι εγώ, η Αγγλία, θα ‘ναι η Ελλάδα, η Κύπρος και η Τουρκία. Εμείς δηλαδή θα είμαστε κατά κάποιον τρόπο προ­στά­τες της Κύπρου. Όταν λοιπόν γίναν τα γεγο­νότα, το πρα­ξι­κό­πημα που λέμε, εν πάση περι­πτώ­σει, προ­σω­πική μου άποψη είναι, πιστεύω ότι είχε τις ευθύνες του ο Μακά­ριος. Μετά όμως την ενέρ­γεια αυτή [01:20:00]του πρα­ξι­κο­πή­μα­τος, όταν βρέθηκε στο εξω­τε­ρικό, γιατί είπε, γιατί δήλωσε ότι, ξέρετε, έφτασε στο σημείο να πει η Ελλάδα είναι πιο επι­κίν­δυνη από την Τουρκία και ότι ποιος θα μας προ­στα­τέ­ψει τώρα. Οι Έλληνες είναι πιο επι­κίν­δυ­νοι από τους τούρ­κους.

Τέλος πάντων, κύριε Γιώργο, μην ανα­λύ­σουμε το θέμα της Κύπρου.

Γ.Γ.Ναι, τελειώ­νο­ντας και τελικά με αυτήν την πρόφαση, ότι και καλά αφού και οι ίδιοι δέχο­νται ότι εμείς είμαστε προ­στά­τες, ευκαι­ρία μας να χτυ­πή­σουμε και με το πρό­σχημα αυτό χτυ­πή­σαν. Όχι ότι κάποτε δεν θα χτυ­πού­σαν. Εγώ είμαι της άποψης αυτής, ότι οι Τούρκοι κάποτε, αυτό που έκαναν το ‘74 και που δεν το είχαν κάνει πιο παλιά, θα το έκαναν σε μία επόμενη χρονική περίοδο.

Π.Δ.Ωραία. Κύριε Γιώργο, ευχα­ρι­στώ πολύ για την αφήγησή σας. Να ‘στε καλά! Καλή χρονιά εύχομαι!

Γ.Γ.Κι εγώ, ό,τι επι­θυ­μείτε.

Π.Δ.Και κάποια στιγμή ίσως να πούμε κι άλλα πράγ­ματα.

Κι εύχομαι αυτό το κομμάτι του ελλη­νι­σμού που έχει περάσει τόσα βάσανα, που έχει περάσει τόσες δυσκο­λίες, να ‘ρθει μία στιγμή αυτός ο λαός να ζήσει και να αισθά­νε­ται ελεύ­θε­ρος. Δεν λέω μόνο για τους Έλληνες, λέω και για τους Τουρ­κο­κύ­πριους που ζούνε στο νησί. Να ζήσουν σαν μία οικο­γέ­νεια, να ζήσουν οι άνθρω­ποι, ήσυχα, ωραία και να μην σκέ­φτο­νται κάθε μέρα ότι, ξέρεις, τι θα γίνει αύριο; Θα έχουμε πόλεμο, θα έχουμε σκο­τω­μούς; Έτσι κι αλλιώς, αυτό εύχομαι μόνο-

Π.Δ.Να ‘στε καλά-

Γ.Γ.Πιστεύω ότι θα ‘ρθούνε καλύ­τε­ρες μέρες για την Κύπρο και αυτό το πιστεύω μου είναι κοντά.

Να ‘στε καλά κι ευχα­ρι­στώ και πάλι!

Γ.Γ.Να ‘στε καλά!

Πηγή archive.istorima.org

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.